Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Confect
01
γλυκό, ζαχαρωτό
a rich sweet made of flavored sugar and often combined with fruit or nuts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confects
to confect
01
κατασκευάζω γλύκισμα, ετοιμάζω ένα γλύκισμα
make into a confection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confect
γ΄ ενικό πρόσωπο
confects
ενεστώτα μετοχή
confecting
απλός αόριστος
confected
παθητική μετοχή
confected
02
κατασκευάζω, δημιουργώ
make or construct



























