confect
con
ˈkɒn
kon
fect
fɛkt
fekt
connectconvect

Ορισμός και σημασία του "confect"στα αγγλικά

01

γλυκό, ζαχαρωτό

a rich sweet made of flavored sugar and often combined with fruit or nuts 
confect definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
confects
to confect
01

κατασκευάζω γλύκισμα, ετοιμάζω ένα γλύκισμα

make into a confection 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
confect
γ΄ ενικό πρόσωπο
confects
ενεστώτα μετοχή
confecting
απλός αόριστος
confected
παθητική μετοχή
confected
02

κατασκευάζω, δημιουργώ

make or construct 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store