Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conduit
01
αγωγός, σωλήνας
a pipe, tube, or channel that is used to protect, enclose, or route electrical wires, cables, or other utilities for the purpose of safe and organized transmission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conduits
Παραδείγματα
The electrical conduit protects the wiring from physical damage and ensures safety in the industrial facility.
Ο ηλεκτρικός αγωγός προστατεύει την καλωδίωση από φυσικές ζημιές και διασφαλίζει την ασφάλεια στη βιομηχανική εγκατάσταση.



























