concise
con
kən
kēn
cise
ˈsaɪs
sais
sufficeprecisegneissentice

Ορισμός και σημασία του "concise"στα αγγλικά

01

συνοπτικός, περιεκτικός

giving a lot of information briefly and clearly 
concise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concise
συγκριτικός βαθμός
more concise
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave a concise summary of the meeting's key points. 

Έδωσε μια συνοπτική περίληψη των βασικών σημείων της συνάντησης.

Λεξικό Δέντρο

concisely
conciseness
concise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store