concise
con
kən
καν
cise
ˈsaɪs
σαισ
/kənsˈa‍ɪs/

Ορισμός και σημασία του "concise"στα αγγλικά

01

συνοπτικός, περιεκτικός

giving a lot of information briefly and clearly
concise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concise
συγκριτικός βαθμός
more concise
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The editor appreciated the author 's concise writing style.
Ο επιμελητής εκτίμησε τον συνοπτικό ύφος γραφής του συγγραφέα.

Λεξικό Δέντρο

concisely
conciseness
concise
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store