Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concise
01
συνοπτικός, περιεκτικός
giving a lot of information briefly and clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concise
συγκριτικός βαθμός
more concise
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The editor appreciated the author 's concise writing style.
Ο επιμελητής εκτίμησε τον συνοπτικό ύφος γραφής του συγγραφέα.
Λεξικό Δέντρο
concisely
conciseness
concise



























