conciliatory
con
kən
kēn
ci
ˈsɪ
si
lia
liə
liē
to
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "conciliatory"στα αγγλικά

conciliatory
01

συμβιβαστικός, κατευναστικός

meaning to end a dispute or to stop or lessen someone's anger 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conciliatory
συγκριτικός βαθμός
more conciliatory
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
conflict, behavior, communication
Παραδείγματα
The manager made a conciliatory gesture to ease the tension between the teams. 

Ο διαχειριστής έκανε μια συμφιλιωτική χειρονομία για να χαλαρώσει την ένταση μεταξύ των ομάδων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

conciliatory
conciliate
concili
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store