concerto
Pronunciation
/kənˈʧɛrtoʊ/

Ορισμός και σημασία του "concerto"στα αγγλικά

01

κοντσέρτο

a musical composition that is written for one or more solo instruments and accompanied by an orchestra with three movements
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concerti
Παραδείγματα
The concerto showcased the virtuosity of the trumpet player, who dazzled the audience with intricate melodies.
Το κοντσέρτο επέδειξε την τεχνικότητα του τρομπετίστα, που γοήτευσε το κοινό με περίπλοκες μελωδίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store