concentricity
con
ˌkɒn
kon
cent
ˈsənt
sēnt
ri
ri
ci
si
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "concentricity"στα αγγλικά

01

ομοκεντρικότητα, ιδιότητα του να έχει το ίδιο κέντρο

the quality of having the same center (as circles inside one another) 
concentricity definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store