Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concentricity
01
ομοκεντρικότητα, ιδιότητα του να έχει το ίδιο κέντρο
the quality of having the same center (as circles inside one another)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
concentricity
concentric
concentr



























