Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to conceive of
01
φαντάζομαι, σχεδιάζω
form a mental image of something that is not present or that is not the case
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
of
βασικό ρήμα
conceive
ενεστώτας
conceive of
γ΄ ενικό πρόσωπο
conceives of
ενεστώτα μετοχή
conceiving of
απλός αόριστος
conceived of
παθητική μετοχή
conceived of



























