Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Computer programmer
01
προγραμματιστής υπολογιστών, προγραμματιστής λογισμικού
a professional who writes and tests code for computer software, applications, and systems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
computer programmers
Παραδείγματα
He learned to become a computer programmer through online courses.
Έμαθε να γίνεται προγραμματιστής υπολογιστών μέσω διαδικτυακών μαθημάτων.



























