Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
computed tomography
/kəmpjˈuːɾᵻd təmˈɑːɡɹəfi/
CT
Computed tomography
01
υπολογιστική τομογραφία, αξονική τομογραφία
a medical test that uses special X-ray technology to create detailed pictures of the inside of a person's body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
computed tomographies



























