Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compound fracture
01
ανοικτό κάταγμα, σύνθετο κάταγμα
a bone break that involves the bone piercing through the skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
compound fractures
Παραδείγματα
The accident resulted in a compound fracture where the bone broke through the skin.
Το ατύχημα είχε ως αποτέλεσμα ένα σύνθετο κάταγμα όπου το κόκκαλο έσπασε το δέρμα.
LanGeek



























