Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compound eye
01
σύνθετο μάτι, μάτι με πολλούς φακούς
a complex visual organ with multiple lenses found in insects and crustaceans
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
compound eyes



























