Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complementary medicine
/kˌɑːmplɪmˈɛntɚɹi mˈɛdəsən/
Complementary medicine
01
συμπληρωματική ιατρική
a wide range of treatments for medical conditions that fall outside of mainstream healthcare
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο



























