Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to complain
01
παραπονιέμαι, διαμαρτύρομαι
to express your annoyance, unhappiness, or dissatisfaction about something
Intransitive: to complain | to complain about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
complain
γ΄ ενικό πρόσωπο
complains
ενεστώτα μετοχή
complaining
απλός αόριστος
complained
παθητική μετοχή
complained
Παραδείγματα
Emily likes to complain about the long commute to work every morning.
Η Emily της αρέσει να παραπονιέται για τη μακριά διαδρομή προς τη δουλειά κάθε πρωί.
02
καταγγέλλω, κατηγορώ
to formally accuse or charge someone of wrongdoing
Intransitive: to complain to sb
Παραδείγματα
After experiencing repeated harassment in the workplace, Sarah decided to complain to HR about her hostile work environment.
Αφού βίωσε επαναλαμβανόμενες παρενοχλήσεις στον χώρο εργασίας, η Σάρα αποφάσισε να καταγγείλει στο τμήμα προσωπικού για το εχθρό της εργασιακό περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
complainer
complaining
complain



























