Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Competence
01
ικανότητα, επάρκεια
the ability to perform tasks effectively and efficiently, demonstrating both physical and intellectual readiness
Παραδείγματα
Her competence as a manager led to increased productivity and employee satisfaction in her department.
Η ικανότητα της ως διαχειρίστρια οδήγησε σε αυξημένη παραγωγικότητα και ικανοποίηση των εργαζομένων στο τμήμα της.
Λεξικό Δέντρο
competency
incompetence
competence
compete



























