competence
com
ˈkɒm
kom
pe
pi
tence
təns
tēns

Ορισμός και σημασία του "competence"στα αγγλικά

01

ικανότητα, επάρκεια

the ability to perform tasks effectively and efficiently, demonstrating both physical and intellectual readiness 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His competence in handling financial matters ensured the company's stability during economic downturns. 

Η ικανότητα του στην αντιμετώπιση οικονομικών θεμάτων εξασφάλισε τη σταθερότητα της εταιρείας κατά τις οικονομικές ύφεσεις.

Λεξικό Δέντρο

competency
incompetence
competence
compete
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store