Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Competence
01
ικανότητα, επάρκεια
the ability to perform tasks effectively and efficiently, demonstrating both physical and intellectual readiness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His competence in handling financial matters ensured the company's stability during economic downturns.
Η ικανότητα του στην αντιμετώπιση οικονομικών θεμάτων εξασφάλισε τη σταθερότητα της εταιρείας κατά τις οικονομικές ύφεσεις.
Λεξικό Δέντρο
competency
incompetence
competence
compete



























