Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compensatory damages
01
αποζημιωτικές ζημίες, αποζημίωση αποζημιωτική
money awarded to someone who has been harmed, to cover their actual losses or injuries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court awarded compensatory damages for medical expenses and lost wages.
Το δικαστήριο απένειμε αποζημιωτικές ζημίες για ιατρικά έξοδα και χαμένα μισθά.



























