Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compatibility
01
συμβατότητα
the ability of a computer, software, or equipment to work with another device or software
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They prioritized compatibility to ensure all devices could work together seamlessly.
Προτεραιοποίησαν τη συμβατότητα για να διασφαλίσουν ότι όλες οι συσκευές θα μπορούσαν να λειτουργούν μαζί απρόσκοπτα.
02
συμβατότητα
a feeling of sympathetic understanding
Λεξικό Δέντρο
incompatibility
compatibility
compatible
compat



























