Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to comparison-shop
01
συγκρίνω τις τιμές, κάνω συγκριτικά ψώνια
to visit different stores to compare the price of a particular product or products before buying
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
comparison-shop
γ΄ ενικό πρόσωπο
comparison-shops
ενεστώτα μετοχή
comparison-shopping
απλός αόριστος
comparison-shopped
παθητική μετοχή
comparison-shopped
Παραδείγματα
She decided to comparison-shop online before making a final decision on which laptop to buy.
Αποφάσισε να συγκρίνει τιμές online πριν πάρει την τελική απόφαση για το ποιον φορητό υπολογιστή θα αγοράσει.



























