Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Common snowberry
01
κοινή χιονόμουρο, φυλλοβόλος θάμνος με λευκά μούρα
deciduous shrub of western North America having spikes of pink flowers followed by round white berries
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
common snowberries



























