common lynx
co
ˈkɒ
κο
mmon
mən
μαν
lynx
lɪnks
λινκσ

Ορισμός και σημασία του "common lynx"στα αγγλικά

01

κοινή λύγκα, βόρεια λύγκα

of northern Eurasia 
common lynx definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
common lynxes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store