Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Common good
01
κοινό καλό, γενικό συμφέρον
the benefit or welfare of all members of a community or society, rather than the interests of a single individual or group
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Laws should be made for the common good.
Οι νόμοι πρέπει να γίνονται για το κοινό καλό.



























