Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to commix
01
αναμιγνύω, συνδυάζω
to mix different substances or elements together
Transitive: to commix substances or elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commix
γ΄ ενικό πρόσωπο
commixes
ενεστώτα μετοχή
commixing
απλός αόριστος
commixed
παθητική μετοχή
commixed
Παραδείγματα
Scientists regularly commix chemicals in the laboratory.
Οι επιστήμονες αναμιγνύουν τακτικά χημικά στο εργαστήριο.



























