commix
co
κα
mmix
ˈmɪks
μικσ
/kəmˈɪks/

Ορισμός και σημασία του "commix"στα αγγλικά

to commix
01

αναμιγνύω, συνδυάζω

to mix different substances or elements together
Transitive: to commix substances or elements
to commix definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commix
γ΄ ενικό πρόσωπο
commixes
ενεστώτα μετοχή
commixing
απλός αόριστος
commixed
παθητική μετοχή
commixed
Παραδείγματα
Scientists regularly commix chemicals in the laboratory.
Οι επιστήμονες αναμιγνύουν τακτικά χημικά στο εργαστήριο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store