to commix
co
mmix
ˈmɪks
miks
shikseimmixstrixinfix

Ορισμός και σημασία του "commix"στα αγγλικά

to commix
01

αναμιγνύω, συνδυάζω

to mix different substances or elements together 
Transitive: to commix substances or elements
to commix definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
commix
γ΄ ενικό πρόσωπο
commixes
ενεστώτα μετοχή
commixing
απλός αόριστος
commixed
παθητική μετοχή
commixed
Παραδείγματα
The chef commixed various spices to create a unique flavor. 

Ο σεφ ανέμειξε διάφορα μπαχαρικά για να δημιουργήσει μια μοναδική γεύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store