commanding
co
mman
ˈmɑ:n
maan
ding
dɪng
ding
demandingoutstandingundemandingstanding

Ορισμός και σημασία του "commanding"στα αγγλικά

commanding
01

κυρίαρχος, αυταρχικός

having a position of authority or power 
commanding definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most commanding
συγκριτικός βαθμός
more commanding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The commanding officer led the troops into battle with confidence and determination. 

Ο διοικητής αξιωματικός οδήγησε τα στρατεύματα στη μάχη με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα.

02

επιτακτικός, εντυπωσιακός

exhibiting authority and control, often in a way that demands attention 
Παραδείγματα
The general had a commanding presence that inspired confidence in his troops. 

Ο στρατηγός είχε μια επιβλητική παρουσία που ενέπνεε εμπιστοσύνη στα στρατεύματά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store