comity
co
ˈkɒ
κο
mi
μι
ty
ti
τι
committee

Ορισμός και σημασία του "comity"στα αγγλικά

01

ευγένεια, αμοιβαίο σεβασμό

a condition of mutual respect, courtesy, and harmonious relations between people or groups 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
comities
Παραδείγματα
The negotiations were conducted in a spirit of comity. 

Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν με πνεύμα comity.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store