Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comity
01
ευγένεια, αμοιβαίο σεβασμό
a condition of mutual respect, courtesy, and harmonious relations between people or groups
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comities
Παραδείγματα
The negotiations were conducted in a spirit of comity.
Οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν με πνεύμα comity.



























