Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come up to
[phrase form: come]
01
πλησιάζω, απευθύνομαι σε
to have a conversation with someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up to
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come up to
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes up to
ενεστώτα μετοχή
coming up to
απλός αόριστος
came up to
παθητική μετοχή
come up to
Παραδείγματα
As the event organizer, I'll be available for anyone who wants to come up and share their feedback.
Ως διοργανωτής της εκδήλωσης, θα είμαι διαθέσιμος για όποιον θέλει να έλθει να μιλήσει και να μοιραστεί τις πληροφορίες του.
02
πλησιάζω, έρχομαι προς
to approach or move toward a particular location or person
Παραδείγματα
I noticed my neighbor coming up to my door, so I went outside to greet them.
Παρατήρησα τον γείτονά μου να πλησιάζει την πόρτα μου, οπότε βγήκα έξω για να τους χαιρετήσω.



























