Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come in for
01
δέχομαι, γίνομαι αντικείμενο
to be the recipient of something, typically something negative, such as criticism, rejection, or even punishment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in for
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come in for
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes in for
ενεστώτα μετοχή
coming in for
απλός αόριστος
came in for
παθητική μετοχή
come in for
Παραδείγματα
The company's decision to lay off employees came in for heavy criticism from labor unions.
Η απόφαση της εταιρείας να απολύσει υπαλλήλους δέχτηκε σφοδρή κριτική από τα συνδικάτα.



























