Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agitated
01
ανήσυχος, νευρικός
very nervous in a way that makes one unable to think clearly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agitated
συγκριτικός βαθμός
more agitated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became agitated when she realized she had forgotten her presentation notes.
Έγινε ανήσυχη όταν συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει τις σημειώσεις της παρουσίασης.
02
ταραγμένος, ανακατεμένος
physically stirred, moved, or disturbed
Παραδείγματα
The water became agitated as the boat passed through.
Το νερό έγινε ταραγμένο όταν πέρασε η βάρκα.



























