Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come across
01
συναντώ τυχαία, ανακαλύπτω κατά λάθος
to discover, meet, or find someone or something by accident
Transitive: to come across sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come across
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes across
ενεστώτα μετοχή
coming across
απλός αόριστος
came across
παθητική μετοχή
come across
Παραδείγματα
While cleaning out the attic, I came across an old box of photographs from my childhood.
Καθώς καθάριζα τη σοφίτα, συνάντησα ένα παλιό κουτί με φωτογραφίες από την παιδική μου ηλικία.
02
μεταδίδω, φαίνομαι
to effectively convey or express one's intended meaning or impression to others
Παραδείγματα
She comes across as confident and self-assured, always speaking her mind with conviction.
Εκείνη φαίνεται σίγουρη και με αυτοπεποίθηση, πάντα εκφράζει τις απόψεις της με πεποίθηση.
03
περνώ, γίνομαι αντιληπτός
(of an idea or message) to be successfully communicated and easily understood by others
Intransitive
Παραδείγματα
Your enthusiasm really came across during the presentation.
Ο ενθουσιασμός σας πραγματικά περνάει κατά την παρουσίαση.



























