Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Combustion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
combustions
Παραδείγματα
The combustion of wood in the fireplace provided warmth and a cozy atmosphere in the living room.
Η καύση του ξύλου στο τζάκι παρείχε ζεστασιά και μια ζεστή ατμόσφαιρα στο σαλόνι.
02
καύση, η διαδικασία της καύσης
the process of burning, characterized by the chemical reaction between a fuel and oxygen that produces heat and light
Παραδείγματα
The combustion of gasoline in car engines powers vehicles.
Η καύση της βενζίνης στους κινητήρες αυτοκινήτων τροφοδοτεί τα οχήματα.
03
διέγερση, ταραχή
a state of intense disturbance, agitation, or excitement
Παραδείγματα
The announcement of the merger caused combustion in the office.
Η ανακοίνωση της συγχώνευσης προκάλεσε καύση στο γραφείο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
combustion
combust



























