combing
comb
ˈkəʊm
kewm
ing
ɪng
ing
comingcombining

Ορισμός και σημασία του "combing"στα αγγλικά

01

χτένισμα, στιλβώμα

the act of tidying one's hair with a comb 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
combings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store