Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
combative
01
μαχητικός, εριστικός
eager or inclined to engage in fighting or arguing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most combative
συγκριτικός βαθμός
more combative
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The meeting quickly became tense due to the combative remarks made by several attendees.
Η συνάντηση γρήγορα έγινε τεταμένη λόγω των μαχητικών παρατηρήσεων που έκαναν αρκετοί συμμετέχοντες.
02
μαχητικός, εριστικός
eager and ready to start an argument or fight
03
μαχητικός, εριστικός
trying hard to be the winner in an argument
Λεξικό Δέντρο
combatively
combativeness
combative



























