Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Combat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
combats
Παραδείγματα
The soldiers were trained for combat in harsh environments.
Οι στρατιώτες εκπαιδεύτηκαν για μάχη σε σκληρά περιβάλλοντα.
02
μάχη, αγώνας
the act of fighting; any contest or struggle
to combat
01
πολεμώ, αντιμετωπίζω
to fight or contend against someone or something, often in a physical or armed conflict
Transitive: to combat sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
combat
γ΄ ενικό πρόσωπο
combats
ενεστώτα μετοχή
combating
απλός αόριστος
combated
παθητική μετοχή
combated
Παραδείγματα
The soldiers are actively combating insurgents in the region.
Οι στρατιώτες πολεμούν ενεργά τους αντάρτες στην περιοχή.
02
πολεμώ, αντιμετωπίζω
to prevent something harmful from happening or becoming worse
Transitive: to combat something undesirable
Παραδείγματα
They are working hard to combat pollution in the city.
Δουλεύουν σκληρά για να πολεμήσουν την ρύπανση στην πόλη.



























