Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Combat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Medics risk their lives to save others on the combat field.
Οι ιατροί διακινδυνεύουν τη ζωή τους για να σώσουν άλλους στο πεδίο μάχης.
02
μάχη, αγώνας
the act of fighting; any contest or struggle
to combat
01
πολεμώ, αντιμετωπίζω
to fight or contend against someone or something, often in a physical or armed conflict
Transitive: to combat sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
combat
γ΄ ενικό πρόσωπο
combats
ενεστώτα μετοχή
combating
απλός αόριστος
combated
παθητική μετοχή
combated
Παραδείγματα
Governments must collaborate to combat international terrorism.
Οι κυβερνήσεις πρέπει να συνεργάζονται για να πολεμήσουν τον διεθνή τρομοκρατία.
02
πολεμώ, αντιμετωπίζω
to prevent something harmful from happening or becoming worse
Transitive: to combat something undesirable
Παραδείγματα
They will combat the issue through new policies.
Θα πολεμήσουν το πρόβλημα μέσω νέων πολιτικών.



























