Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comal
01
κομάλ, στρογγυλό τηγάνι
a flat, round griddle or skillet used in Mexican cuisine to cook tortillas, toast spices, and heat other foods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comales
comal
01
κομαλ, κομαλ (ορισμένων σπόρων (όπως το βαμβάκι) που έχουν μια τσουλούφια ή τσουλούφια μαλλιών)
of certain seeds (such as cotton) having a tuft or tufts of hair
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comal
συγκριτικός βαθμός
more comal
διαβαθμίσιμο



























