columnist
co
ˈkɒ
ko
lumn
ləm
lēm
ist
ɪst
ist
colonist

Ορισμός και σημασία του "columnist"στα αγγλικά

01

συντακτής στήλης, αρθρογράφος

a journalist who regularly writes articles on a particular subject for a newspaper or magazine 
columnist definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
columnists
Παραδείγματα
The columnist wrote a compelling opinion piece on environmental conservation. 

Ο σχολιαστής έγραψε ένα πειστικό άρθρο γνώμης για τη διατήρηση του περιβάλλοντος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

columnist
column
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store