Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to color in
01
χρωματίζω, γεμίζω με χρώμα
to fill in a black and white outline or picture with colors using crayons, markers, or other coloring materials
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
color
ενεστώτας
color in
γ΄ ενικό πρόσωπο
colors in
ενεστώτα μετοχή
coloring in
απλός αόριστος
colored in
παθητική μετοχή
colored in
Παραδείγματα
The children were asked to color in the pictures in their activity books.
Ζητήθηκε από τα παιδιά να χρωματίσουν τις εικόνες στα βιβλία δραστηριοτήτων τους.



























