day out
Pronunciation
/dˈeɪ ˈaʊt/
/dˈeɪ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "day out"στα αγγλικά

01

a trip or period of leisure spent away from home or work for enjoyment

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
days out
Παραδείγματα
After weeks of work, she badly needed a day out.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store