herder
her
ˈhɜ:
der
da
da
header

Ορισμός και σημασία του "herder"στα αγγλικά

01

βοσκός, κτηνοτρόφος

a person who looks after and guides farm animals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
herders
Παραδείγματα
The herder led the sheep to a new pasture. 

Ο βοσκός οδήγησε τα πρόβατα σε ένα νέο βοσκότοπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store