private soldier
pri
ˈpraɪ
prai
vate
vət
vēt
sol
səʊl
sewl
dier
ʤə
jē

Ορισμός και σημασία του "private soldier"στα αγγλικά

Private soldier
01

στρατιώτης, απλός στρατιώτης

a soldier holding the lowest rank in the army 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
private soldiers
Παραδείγματα
The private soldier followed orders from the sergeant. 

Ο στρατιώτης υπάκουσε στις εντολές του λοχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store