Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fighter-bomber
01
μαχητικό-βομβαρδιστικό, αεροσκάφος μαχητικό και βομβαρδιστικό
a military plane that can attack both other planes and targets on the ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fighter-bombers
Παραδείγματα
The museum displayed a retired fighter-bomber from the Cold War era.
Το μουσείο παρουσίασε ένα συνταξιούχο μαχητικό-βομβαρδιστικό από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου.



























