Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mormon
01
Μορμόνος, μέλος της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών
a member of the Church of Jesus Christ of Latter-day Saints, founded by Joseph Smith in 1830
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Mormons
Παραδείγματα
The Mormon attends services every Sunday.
Ο Μορμόνος παρακολουθεί τις λειτουργίες κάθε Κυριακή.



























