moribund
mo
ˈmɔ
μο
ri
ρα
bund
bənd
μπανντ
/mˈɔːɹɪbˌʌnd/

Ορισμός και σημασία του "moribund"στα αγγλικά

01

ετοιμοθάνατος, παραμορφωμένος

approaching death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most moribund
συγκριτικός βαθμός
more moribund
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In the hospice, many residents were moribund, receiving palliative care.
Στο hospice, πολλοί κάτοικοι ήταν ετοιμοθάνατοι, λαμβάνοντας πραϋντική φροντίδα.
02

ετοιμοθάνατος, στατικός

in a state of stagnation or near extinction
Παραδείγματα
The company 's moribund product line was quietly discontinued.
Η μοιριβούντα σειρά προϊόντων της εταιρείας διακόπηκε σιωπηλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store