Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
moribund
01
ετοιμοθάνατος, παραμορφωμένος
approaching death
Παραδείγματα
In the hospice, many residents were moribund, receiving palliative care.
Στο hospice, πολλοί κάτοικοι ήταν ετοιμοθάνατοι, λαμβάνοντας πραϋντική φροντίδα.
02
ετοιμοθάνατος, στατικός
in a state of stagnation or near extinction
Παραδείγματα
The company 's moribund product line was quietly discontinued.
Η μοιριβούντα σειρά προϊόντων της εταιρείας διακόπηκε σιωπηλά.



























