tilak
ti
ˈtɪ
ti
lak
lak
lak

Ορισμός και σημασία του "tilak"στα αγγλικά

01

τίλακ, συμβολικό ή διακοσμητικό σημάδι που φοριέται στο μέτωπο στην ινδουιστική παράδοση

a symbolic or decorative mark worn on the forehead in Hindu tradition 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tilaks
Παραδείγματα
He applied a red tilak before the prayer. 

Εφάρμοσε ένα κόκκινο τίλακ πριν από την προσευχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store