Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tilak
01
τίλακ, συμβολικό ή διακοσμητικό σημάδι που φοριέται στο μέτωπο στην ινδουιστική παράδοση
a symbolic or decorative mark worn on the forehead in Hindu tradition
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tilaks
Παραδείγματα
Children learned to make a simple tilak for the ceremony.
Τα παιδιά έμαθαν να φτιάχνουν ένα απλό τίλακ για την τελετή.



























