food insecurity
food
ˈfu:d
φουντ
in
ɪn
ιν
se
σε
cu
kjʊ
κγου
ri
ρα
ty
ti
τι

Ορισμός και σημασία του "food insecurity"στα αγγλικά

Food insecurity
01

αβεβαιότητα τροφίμων, έλλειψη τροφίμων

the condition of not having consistent access to enough affordable and nutritious food 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Many families face food insecurity in rural areas. 

Πολλές οικογένειες αντιμετωπίζουν ανασφάλεια τροφίμων σε αγροτικές περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store