gender-specific
gen
ˈʤɛn
jen
der
spe
spə
spē
ci
si
fic
fɪk
fik

Ορισμός και σημασία του "gender-specific"στα αγγλικά

gender-specific
01

ειδικό για το φύλο, φυλοειδικό

relating only to women or only to men 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
gender, society, classification
Παραδείγματα
Some clothes are gender-specific. 

Μερικά ρούχα είναι συγκεκριμένα για το φύλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store