gender-specific
Pronunciation
/dʒˈɛndɚspəsˈɪfɪk/

Ορισμός και σημασία του "gender-specific"στα αγγλικά

gender-specific
01

ειδικό για το φύλο, φυλοειδικό

relating only to women or only to men
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The study examined gender-specific differences in health outcomes.
Η μελέτη εξέτασε τις ειδικές για το φύλο διαφορές στα αποτελέσματα υγείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store