Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lived experience
01
βιωμένη εμπειρία, προσωπική εμπειρία
knowledge and understanding gained from personally going through something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lived experiences
Παραδείγματα
Her lived experience helps her understand others.
Η ζωντανή εμπειρία της τη βοηθά να κατανοεί τους άλλους.



























