lived experience
lived
ˈlɪvd
λιβντ
ex
ɪks
ικσ
pe
pɪə
πιε
rience
riəns
ριανσ

Ορισμός και σημασία του "lived experience"στα αγγλικά

Lived experience
01

βιωμένη εμπειρία, προσωπική εμπειρία

knowledge and understanding gained from personally going through something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lived experiences
Παραδείγματα
Her lived experience helps her understand others. 

Η ζωντανή εμπειρία της τη βοηθά να κατανοεί τους άλλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store