wardship
Pronunciation
/wˈɔːɹdʃɪp/

Ορισμός και σημασία του "wardship"στα αγγλικά

01

κηδεμονία, επιτροπεία

the state of being under the care or protection of a guardian or authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The organization took the orphan under its wardship.
Ο οργανισμός πήρε το ορφανό υπό την κηδεμονία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store