wardship
ward
ˈwɔ:d
vawd
ship
ʃɪp
ship
warshipwardershipwardenship

Ορισμός και σημασία του "wardship"στα αγγλικά

01

κηδεμονία, επιτροπεία

the state of being under the care or protection of a guardian or authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The child was placed under the wardship of a relative. 

Το παιδί τέθηκε υπό την κηδεμονία ενός συγγενή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

wardship
ward
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store