Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wardship
01
κηδεμονία, επιτροπεία
the state of being under the care or protection of a guardian or authority
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The organization took the orphan under its wardship.
Ο οργανισμός πήρε το ορφανό υπό την κηδεμονία του.
Λεξικό Δέντρο
wardship
ward



























