birth father
birth
ˈbɜ:θ
bēth
fa
fɑ:
faa
ther
ðə
dhē

Ορισμός και σημασία του "birth father"στα αγγλικά

01

βιολογικός πατέρας, πατέρας γέννησης

the man who is the biological father of a child 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
birth fathers
Παραδείγματα
She met her birth father for the first time. 

Γνώρισε τον βιολογικό της πατέρα για πρώτη φορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store