birth
birth
bɜrθ
μπερρθ
/bɜːθ/

Ορισμός και σημασία του "birth"στα αγγλικά

01

γέννηση, τοκετός

the event or process of a baby being born
birth definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
births
Παραδείγματα
Witnessing the birth of a new life was a profoundly moving experience for everyone present.
Η παρακολούθηση της γέννησης μιας νέας ζωής ήταν μια βαθιά συγκινητική εμπειρία για όλους τους παρόντες.
02

γέννηση, αρχή

the time when something begins (especially life)
03

γέννηση, τοκετός

the process of giving birth
04

γέννηση, μωρό

a baby born; an offspring
05

γέννηση, προέλευση

the kinship relation of an offspring to the parents
to birth
01

γεννώ, καταβάλλω

to deliver an offspring
Transitive: to birth an offspring
to birth definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
birth
γ΄ ενικό πρόσωπο
births
ενεστώτα μετοχή
birthing
απλός αόριστος
birthed
παθητική μετοχή
birthed
Παραδείγματα
The midwife assisted the mother in birthing her child at home.
Η μαία βοήθησε τη μητέρα να γεννήσει το παιδί της στο σπίτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store