Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cowed
01
τρομοκρατημένος, φοβισμένος
made to feel frightened, intimidated, or inferior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cowed
συγκριτικός βαθμός
more cowed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, social
Παραδείγματα
The students felt cowed by the strict teacher.
Οι μαθητές αισθάνθηκαν τρομοκρατημένοι από τον αυστηρό δάσκαλο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cowed
wed



























