Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trippy
01
παραισθησιογόνος, ψυχεδελικός
causing a strange, surreal, or dreamlike feeling, often unusual or disorienting
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
trippiest
συγκριτικός βαθμός
trippier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, experience, art
Παραδείγματα
The special effects made the film look trippy.
Τα ειδικά εφέ έκαναν την ταινία να φαίνεται trippy.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trippy
trip



























